grecfacilegrecfacile
← Retour

Μυθολογία · Επίπεδο Γ1

Ο Ορέστης και οι Ερινύες

Η κατάρα των Ατρειδών, μια μητροκτονία και η πρώτη δίκη της ιστορίας.

Όταν ο Αγαμέμνων επέστρεψε νικητής από την Τροία, δεν τον περίμενε θρίαμβος αλλά θάνατος. Ο γιος του, ο Ορέστης, κλήθηκε να εκδικηθεί τον φόνο — και να πληρώσει το τίμημα της πιο βαριάς πράξης που μπορεί να διαπράξει άνθρωπος.

Η γενιά των Ατρειδών βάραινε από παλαιά κατάρα: στον οίκο αυτόν οι φόνοι διαδέχονταν ο ένας τον άλλον και το αίμα ζητούσε διαρκώς νέο αίμα. Η Κλυταιμνήστρα δεν είχε συγχωρήσει ποτέ στον Αγαμέμνονα τη θυσία της κόρης τους Ιφιγένειας στην Αυλίδα· δέκα χρόνια έτρεφε το μίσος της, ζώντας πλέον με τον Αίγισθο. Όταν ο βασιλιάς επέστρεψε από τον πόλεμο, τον υποδέχθηκε με ψεύτικες τιμές, τον παγίδευσε στο λουτρό μέσα σε ένα δίχτυ και τον δολοφόνησε με τα ίδια της τα χέρια.

Ο μικρός Ορέστης, μοναδικός γιος του νεκρού βασιλιά, φυγαδεύτηκε εγκαίρως στη Φωκίδα, όπου μεγάλωσε μακριά από το Άργος με αχώριστο σύντροφο τον Πυλάδη. Στο παλάτι, εν τω μεταξύ, βασίλευαν οι δολοφόνοι, και η Ηλέκτρα, η μεγαλύτερη αδελφή του, ζούσε ταπεινωμένη, τρέφοντας κρυφά την ελπίδα της επιστροφής του. Όταν ενηλικιώθηκε, ζήτησε χρησμό από το μαντείο των Δελφών· ο Απόλλων τού έδωσε εντολή σαφή και αμείλικτη: όφειλε να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του, ακόμη κι αν αυτό σήμαινε ότι θα σκότωνε την ίδια του τη μητέρα.

Ο Ορέστης επέστρεψε κρυφά στην πατρίδα και αναγνωρίστηκε από την αδελφή του, την Ηλέκτρα, πάνω στον τάφο του Αγαμέμνονα. Μαζί σχεδίασαν την εκδίκηση. Παρουσιαζόμενος ως ξένος που φέρνει την είδηση του δικού του θανάτου, ο Ορέστης μπήκε στο παλάτι, σκότωσε πρώτα τον Αίγισθο και έπειτα, παρά τις σπαρακτικές ικεσίες της, την ίδια την Κλυταιμνήστρα. Η θεϊκή εντολή είχε εκπληρωθεί, όμως η μητροκτονία παρέμενε ανοσιούργημα που δεν μπορούσε να μείνει ατιμώρητο.

Την ίδια στιγμή εμφανίστηκαν μπροστά του οι Ερινύες, οι αρχαίες, σκοτεινές θεότητες που καταδιώκουν όσους χύνουν συγγενικό αίμα. Αόρατες για τους άλλους, ορατές μόνο σε εκείνον, τον κύκλωσαν με τα πύρινα βλέμματά τους και τον οδήγησαν στα όρια της παραφροσύνης. Κυνηγημένος από τόπο σε τόπο, ο Ορέστης κατέφυγε στους Δελφούς, όπου ο Απόλλων τον υπέβαλε σε τελετουργικό εξαγνισμό· οι Ερινύες, ωστόσο, αρνούνταν να υποχωρήσουν.

Ακολουθώντας τη συμβουλή του θεού, έφτασε ικέτης στην Αθήνα και αγκάλιασε το ιερό άγαλμα της Αθηνάς. Η θεά δεν θέλησε να κρίνει μόνη μια τόσο βαριά υπόθεση· ίδρυσε δικαστήριο θνητών στον Άρειο Πάγο, για να δικαστεί εκεί, για πρώτη φορά στον κόσμο, έγκλημα αίματος με λόγο και ψήφο αντί για εκδίκηση. Οι Ερινύες στάθηκαν κατήγοροι, ο Απόλλων υπερασπίστηκε τον Ορέστη, και όταν οι ψήφοι βγήκαν μοιρασμένες, η Αθηνά έριξε τη δική της υπέρ του κατηγορουμένου. Ο Ορέστης αθωώθηκε και λυτρώθηκε επιτέλους από την κατάρα του οίκου του.

Για να μη μείνουν οι αρχαίες θεές χωρίς τιμή, η Αθηνά τούς πρόσφερε ιερό κάτω από τον βράχο της Ακρόπολης· από Ερινύες μεταμορφώθηκαν σε Ευμενίδες, καλόγνωμες προστάτιδες της πόλης. Έτσι, στην «Ορέστεια» του Αισχύλου, ο ατέρμονος κύκλος του αίματος κλείνει οριστικά: τη θέση της προσωπικής εκδίκησης παίρνει η δικαιοσύνη της πολιτείας, και από την πιο σκοτεινή ιστορία του μύθου γεννιέται ένας από τους θεμελιώδεις θεσμούς του πολιτισμού — το δικαστήριο.