grecfacilegrecfacile
← Retour

Μυθολογία · Επίπεδο Γ1

Ο Πενθέας και οι Βάκχες

Ο βασιλιάς που αρνήθηκε έναν θεό — και πλήρωσε το τίμημα της ύβρεως.

Όταν ο Διόνυσος επέστρεψε στη Θήβα, τη γενέτειρά του, ζήτησε αυτό που δικαιούται κάθε θεός: αναγνώριση και λατρεία. Ο νεαρός βασιλιάς Πενθέας τού αρνήθηκε και τα δύο — χωρίς να υποψιάζεται με ποιον τα έβαζε.

Ο Διόνυσος, γιος του Δία και της Θηβαίας πριγκίπισσας Σεμέλης, γύρισε από την Ανατολή στη Θήβα μεταμορφωμένος σε θνητό, ως ιεροφάντης της δικής του λατρείας. Η πόλη όμως τον αρνιόταν: οι αδελφές της Σεμέλης διέδιδαν ότι ο «γιος του Δία» ήταν ένα ψέμα. Για τιμωρία, ο θεός ενέπνευσε θεϊκή μανία στις γυναίκες της Θήβας· αφήνοντας σπίτια και αργαλειούς, ανέβηκαν στον Κιθαιρώνα και έγιναν Βάκχες, ιέρειες που χόρευαν στα βουνά ντυμένες με δέρματα ελαφιών, κρατώντας τον θύρσο.

Ο Πενθέας, ο νεαρός και αυστηρός βασιλιάς της πόλης, εγγονός του Κάδμου, είδε στη νέα λατρεία μόνο απάτη και ακολασία. Μάταια ο γέρος Κάδμος και ο τυφλός μάντης Τειρεσίας, στολισμένοι κι εκείνοι με κισσό, τον συμβούλευαν να μην πολεμά ό,τι τον ξεπερνά. Εκείνος διέταξε να συλληφθεί ο ξένος ιεροφάντης. Ο αιχμάλωτος — ο ίδιος ο θεός, χωρίς ο Πενθέας να το γνωρίζει — απαντούσε στις απειλές με ανεξήγητη γαλήνη, κι αυτή η ηρεμία εξόργιζε τον βασιλιά περισσότερο από κάθε αντίσταση.

Ο Πενθέας έριξε τον ξένο στα δεσμά, όμως καμία αλυσίδα δεν κρατά έναν θεό: η γη σείστηκε, το παλάτι ράγισε και φλόγες τινάχτηκαν από τον τάφο της Σεμέλης, ενώ ο αιχμάλωτος βγήκε ελεύθερος και ατάραχος. Την ίδια ώρα ένας βοσκός έφερε νέα από τον Κιθαιρώνα: οι Βάκχες, στην ηρεμία τους, θήλαζαν μικρά ζώα και έκαναν να αναβλύζουν από τη γη νερό, κρασί και μέλι· όταν όμως κάποιοι τις πείραξαν, ξέσχισαν με γυμνά χέρια ολόκληρα κοπάδια. Η δύναμή τους δεν ήταν ανθρώπινη.

Τότε ο θεός άλλαξε τακτική και έστησε την παγίδα του, παίζοντας με την κρυφή περιέργεια του Πενθέα: δεν θα ήθελε, τάχα, να δει με τα μάτια του τι κάνουν οι γυναίκες στο βουνό; Σαν υπνωτισμένος, ο βασιλιάς δέχτηκε να ντυθεί γυναικεία, με πέπλο και μακριά μαλλιά, για να μην τον αναγνωρίσουν. Ο Διόνυσος τον οδήγησε μέσα από τους δρόμους της Θήβας, θέαμα γελοίο και τραγικό συνάμα, και τον κάθισε στην κορυφή ενός έλατου, για να βλέπει — και να φαίνεται.

Η φωνή του θεού αντήχησε στο βουνό, δείχνοντας στις Βάκχες «αυτόν που ήρθε να κατασκοπεύσει τα ιερά». Πρώτη όρμησε η ίδια η μητέρα του Πενθέα, η Αγαύη, με τα μάτια θολωμένα από τη μανία: ξερίζωσαν το δέντρο, και ο βασιλιάς, γκρεμισμένος στη γη, μάταια φώναζε «μητέρα, εγώ είμαι, ο γιος σου!». Οι γυναίκες τον διαμέλισαν σαν να ήταν θήραμα, και η Αγαύη κάρφωσε το κεφάλι του στον θύρσο της, πιστεύοντας πως κρατά κεφάλι λιονταριού.

Στη Θήβα η Αγαύη έφτασε θριαμβεύτρια, καλώντας όλους να θαυμάσουν το «λάφυρό» της· ο πατέρας της ο Κάδμος, με σπαραγμό, την επανέφερε σιγά σιγά στα λογικά της, ώσπου εκείνη αναγνώρισε στα χέρια της το κεφάλι του παιδιού της. Στις «Βάκχες», την τραγωδία που ο Ευριπίδης έγραψε στο τέλος της ζωής του, ο μύθος ηχεί ως αιώνια προειδοποίηση: όποιος αρνείται με αλαζονεία τις δυνάμεις που τον ξεπερνούν, συντρίβεται από αυτές.