grecfacilegrecfacile
← Retour

Μυθολογία · Επίπεδο Γ2

Η Ατλαντίδα του Πλάτωνα (Τίμαιος/Κριτίας)

Το χαμένο νησί που δεν χάθηκε ποτέ — γιατί υπήρξε πάντοτε μόνο ως φιλοσοφικό δίδαγμα.

Καμία ελληνική αφήγηση δεν έχει προκαλέσει τόσες αναζητήσεις, εικασίες και φαντασιώσεις όσο η Ατλαντίδα. Κι όμως, η μοναδική της πηγή είναι δύο διάλογοι του Πλάτωνα, ο Τίμαιος και ο ημιτελής Κριτίας — και εκεί η ιστορία δεν είναι γεωγραφία, αλλά φιλοσοφία με ένδυμα μύθου.

Η αφήγηση παρουσιάζεται με επιμελημένη αλυσίδα μαρτύρων: ο Κριτίας την άκουσε παιδί από τον ενενηντάχρονο πάππο του, εκείνος από τον Σόλωνα, και ο Σόλων από έναν γέροντα ιερέα στη Σάιδα της Αιγύπτου. Όταν ο Αθηναίος νομοθέτης επιχείρησε να επιδείξει τις ελληνικές παραδόσεις για τα παλαιά, ο ιερέας χαμογέλασε: «Ω Σόλων, Σόλων, οι Έλληνες είστε πάντοτε παιδιά· γέρος Έλληνας δεν υπάρχει». Οι περιοδικοί κατακλυσμοί, εξήγησε, σβήνουν κάθε φορά τη μνήμη σας, ενώ τα αιγυπτιακά ιερά φυλάσσουν αρχεία χιλιετιών. Και τους αποκάλυψε ότι εννέα χιλιάδες χρόνια πριν, η Αθήνα — μια αρχέγονη, ιδανικά πολιτευμένη Αθήνα — είχε αναχαιτίσει τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία που γνώρισε ο κόσμος.

Πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες, στον Ατλαντικό, εκτεινόταν νήσος «μεγαλύτερη από τη Λιβύη και την Ασία μαζί». Όταν οι θεοί μοιράστηκαν τη γη, έλαχε στον Ποσειδώνα, ο οποίος ερωτεύτηκε εκεί τη θνητή Κλειτώ. Για να την προστατεύσει, περιέβαλε τον λόφο της με ομόκεντρους δακτυλίους ξηράς και θαλάσσης, και απέκτησε μαζί της πέντε ζεύγη διδύμων· ο πρωτότοκος, ο Άτλας, έδωσε το όνομά του στο νησί και στον ωκεανό. Ο Κριτίας περιγράφει με σχεδόν πολεοδομική ακρίβεια τον πλούτο της: λιμάνια και γέφυρες, ναό του Ποσειδώνος επενδυμένο με άργυρο και χρυσό, θερμά και ψυχρά λουτρά, ιππόδρομο, και παντού τη λάμψη του μυστηριώδους μετάλλου ορείχαλκου, «που άστραφτε σαν φωτιά». Οι δέκα βασιλείς συνέρχονταν ανά πέντε ή έξι έτη, θυσίαζαν ταύρο και δίκαζαν αλλήλους σύμφωνα με τους νόμους που είχε χαράξει ο θεός σε στήλη.

Επί γενεές, όσο η θεία φύση ήταν ισχυρή μέσα τους, οι Ατλάντες έμεναν ενάρετοι: περιφρονούσαν τον πλούτο, τον θεωρούσαν «άχθος» και όχι στολίδι. Όταν όμως το θείο στοιχείο αραίωσε, αναμειγνυόμενο διαρκώς με το θνητό, κυριάρχησε το ανθρώπινο ήθος: πλεονεξία, δύναμη ανάμεικτη με ύβρη, «άσχημη ευδαιμονία». Η αυτοκρατορία, που κρατούσε ήδη τη Λιβύη ώς την Αίγυπτο και την Ευρώπη ώς την Τυρρηνία, κινήθηκε να υποδουλώσει και την Ελλάδα. Απέναντί της στάθηκε μόνη η παλαιά Αθήνα, «αρετή και ρώμη διαφέρουσα», ηγήθηκε των Ελλήνων, εγκαταλείφθηκε από τους συμμάχους, κινδύνευσε — και νίκησε, ελευθερώνοντας όλους όσοι κατοικούσαν εντός των Στηλών.

Ύστερα ήρθε η κρίση των θεών. Ο Δίας, «θεών θεός, που βασιλεύει με νόμους», βλέποντας το γένος των Ατλάντων να εκφυλίζεται, θέλησε να τους σωφρονίσει και συγκάλεσε τους θεούς στο κέντρο του κόσμου. «Και αφού τους συγκέντρωσε, είπε —». Εδώ, στη μέση ακριβώς της πρότασης, ο Κριτίας διακόπτεται· ο διάλογος έμεινε ημιτελής, και την ετυμηγορία του Διός δεν θα την ακούσουμε ποτέ. Την έκβαση όμως τη γνωρίζουμε από τον Τίμαιο: σεισμοί και κατακλυσμοί υπερβολικοί, «μία ημέρα και νύχτα χαλεπή», και η Ατλαντίδα «κατά της θαλάττης δύσα ηφανίσθη» — βυθίστηκε και αφανίστηκε, μαζί με τον στρατό της αρχαίας Αθήνας.

Τι είναι λοιπόν η Ατλαντίδα; Καμία αρχαία πηγή ανεξάρτητη από τον Πλάτωνα δεν τη μνημονεύει, και ήδη ο μαθητής του Αριστοτέλης φέρεται να παρατήρησε ότι «αυτός που την έπλασε, αυτός και την αφάνισε». Ο Πλάτων χρειαζόταν ένα αντίπαλον δέος για να δείξει την ιδεώδη πολιτεία της Πολιτείας εν δράσει: η λιτή, ενάρετη Αθήνα απέναντι στη θαλασσοκράτειρα, πάμπλουτη, διεφθαρμένη Ατλαντίδα — καθρέφτης, ίσως, της ίδιας της ιμπεριαλιστικής Αθήνας του 5ου αιώνα. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι ο μύθος που γράφτηκε για να διδάξει τη ματαιότητα της ισχύος έγινε ο ίδιος αντικείμενο ατέρμονων κυνηγιών θησαυρού· οι αναγνώστες αναζητούν στον βυθό αυτό που ο φιλόσοφος έκρυψε στην επιφάνεια του κειμένου.